Η Σαουδική Αραβία δεν φαίνεται να εγκαταλείπει την Ελλάδα επειδή υπέγραψε αμυντική συμφωνία με την Τουρκία. Αντίθετα, επιχειρεί να δημιουργήσει ένα πολυεπίπεδο δίκτυο στρατηγικών εταίρων, όπου η Τουρκία, η Ελλάδα, το Ισραήλ και το Πακιστάν έχουν διαφορετικούς ρόλους
Το Ριάντ δεν φαίνεται διατεθειμένο να επιλέξει μεταξύ Αθήνας ή Άγκυρας.
Στο πλαίσιο της αποκοπής τους από την ομπρέλα ασφαλείας των ΗΠΑ κτίζει ένα πολυδιάστατο δίκτυο στρατηγικών εταίρων, στο οποίο η Ελλάδα, η Τουρκία και το Ισραήλ έχουν διαφορετικό αλλά συμπληρωματικό ρόλο.
Οι ελληνικοί Patriot στη Σαουδική Αραβία, οι ισραηλινές αμυντικές τεχνολογίες και η τουρκική αμυντική βιομηχανία διαμορφώνουν μια νέα γεωοικονομική εξίσωση.
Η υπογραφή της αμυντικής συμφωνίας Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Πακιστάν στη Μέκκα δεν αποτελεί απλώς μία ακόμη εξέλιξη στο περίπλοκο παζλ ασφαλείας της Μέσης Ανατολής.
Για την Ελλάδα, η συμφωνία έχει μια πολύ ευρύτερη σημασία.
Και αυτό γιατί η Τουρκία εισέρχεται πλέον θεσμικά σε ένα στρατηγικό σχήμα στο οποίο η Σαουδική Αραβία έχει κεντρικό ρόλο, την ώρα που η Αθήνα έχει επενδύσει σημαντικά στη δική της στρατηγική σχέση με το Ριάντ.
Με μια πρώτη ματιά, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι δημιουργείται ένα πρόβλημα για την Ελλάδα.
Στην πραγματικότητα, όμως, η εικόνα είναι πιο σύνθετη - και γι αυτό επικίνδυνη.
Η Σαουδική Αραβία δεν φαίνεται να επιλέγει μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Επιχειρεί να διατηρήσει και τις δύο σχέσεις, επειδή κάθε μία εξυπηρετεί διαφορετικές ανάγκες του βασιλείου στο πλαίσιο της επόμενης ημέρας για τον Περσικό Κόλπο μετά τις γεωπολιτικές εξελίξεις που κινητοποίησε η σύγκρουση των ΗΠΑ με το Ιράν.
Και αυτό ακριβώς είναι που κάνει την εξέλιξη σημαντική για την ελληνική οικονομία και όχι μόνο για την ελληνική άμυνα.

Από τους Patriot στην οικονομική συνεργασία
Η ελληνοσαουδαραβική σχέση διαθέτει ένα σημαντικό πλεονέκτημα έναντι πολλών άλλων διμερών σχέσεων: έχει αποκτήσει πραγματικό επιχειρησιακό περιεχόμενο - η Ελλάδα δηλαδή έχει εμπλακεί de facto στον πόλεμο που διεξάγεται στον Περσικό Κόλπο.
Από το 2021, η Ελλάδα έχει αναπτύξει συστοιχία Patriot στη Σαουδική Αραβία, με Έλληνες στρατιωτικούς, στο πλαίσιο της αμυντικής συνεργασίας των δύο χωρών.
Η αρχική αποστολή είχε ως στόχο την προστασία κρίσιμων εγκαταστάσεων και ενεργειακών υποδομών.
Σήμερα, όμως, η ελληνική παρουσία έχει αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη σημασία.
Το 2026 ελληνικά πληρώματα Patriot συμμετείχαν σε πραγματικές επιχειρήσεις αναχαίτισης πυραυλικών απειλών πάνω από τη Σαουδική Αραβία.
Αυτό μετατρέπει τη στρατιωτική συνεργασία σε κάτι πολύ περισσότερο από μία διπλωματική συμβολική κίνηση.
Η Ελλάδα συμβάλει στην πράξη στην προστασία των σαουδαραβικών ενεργειακών υποδομών.
Και αυτό, για μια χώρα όπως η Σαουδική Αραβία, έχει τεράστια οικονομική σημασία.
Η ασφάλεια των πετρελαϊκών εγκαταστάσεων δεν είναι μόνο ζήτημα εθνικής άμυνας.
Είναι ζήτημα:
• σταθερότητας της παραγωγής πετρελαίου,
• ασφάλειας των εξαγωγών,
• διεθνών τιμών ενέργειας,
• ασφαλίστρων,
• ναυτιλιακών ροών,
• και τελικά παγκόσμιας οικονομικής σταθερότητας.
Έτσι, οι ελληνικοί Patriot αποκτούν μια ιδιαίτερη οικονομική διάσταση:
H Ελλάδα συμμετέχει στην προστασία ενός κρίσιμου κόμβου της παγκόσμιας ενεργειακής οικονομίας, παίρνοντας θέση σε ένα ρευστό γεωπολιτικό τοπίο...
Η προσδοκώμενη επικράτηση του Ιράν... (ό,τι και να λέει ο Trump) φέρνει την Ελλάδα (όπως και στην περίπτωση της Ουκρανίας) στη λάθος πλευρά της ιστορίας.

Η Τουρκία μπαίνει από διαφορετική πόρτα στο παιχνίδι
Η Τουρκία προσφέρει στο Ριάντ ένα διαφορετικό πακέτο.
Η χώρα έχει εξελιχθεί τα τελευταία χρόνια σε σημαντικό παραγωγό και εξαγωγέα αμυντικού εξοπλισμού.
Drones, πυραυλικά συστήματα, ηλεκτρονικά, ναυτικά συστήματα και γενικότερα η τουρκική αμυντική βιομηχανία αποτελούν πλέον σημαντικό μέρος της τουρκικής εξωτερικής οικονομικής πολιτικής.
Αυτό ενδιαφέρει ιδιαίτερα τη Σαουδική Αραβία.
Το Vision 2030 δεν είναι απλώς ένα πρόγραμμα διαφοροποίησης από την εξάρτηση της οικονομίας από το πετρέλαιο.
Είναι μια προσπάθεια να δημιουργηθεί μια εγχώρια βιομηχανική και τεχνολογική βάση.
Ο αμυντικός τομέας αποτελεί βασικό μέρος αυτής της προσπάθειας.
Το Ριάντ θέλει να αυξήσει την εγχώρια παραγωγή αμυντικού εξοπλισμού, να προσελκύσει τεχνολογία και ξένες επενδύσεις και να δημιουργήσει θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης.
Η Τουρκία μπορεί να προσφέρει ακριβώς αυτό.
Άρα η σχέση Σαουδικής Αραβίας–Τουρκίας δεν είναι μόνο στρατιωτική.
Έχει ισχυρή βιομηχανική και επενδυτική διάσταση.
Και αυτό είναι το σημείο στο οποίο η Ελλάδα πρέπει να προσέξει ιδιαίτερα.
Η μάχη μεταφέρεται στην αμυντική βιομηχανία
Για πολλά χρόνια η ελληνοτουρκική αντιπαράθεση αντιμετωπιζόταν κυρίως με όρους γεωγραφίας: Αιγαίο, Ανατολική Μεσόγειος, Κύπρος.
Σήμερα η εικόνα αλλάζει.
Η αντιπαράθεση αφορά όλο και περισσότερο και ποιος παράγει τεχνολογία, ποιος προσελκύει επενδύσεις και ποιος γίνεται κόμβος αμυντικής παραγωγής.
Η Τουρκία έχει κινηθεί επιθετικά στον συγκεκριμένο τομέα με την Ελλάδα να παρακολουθεί αμήχανη τις εξελίξεις.
Η Ελλάδα επιχειρεί τώρα επισπεύδουσα να δημιουργήσει ένα διαφορετικό μοντέλο, αξιοποιώντας τις σχέσεις της με ευρωπαϊκές, αμερικανικές και ισραηλινές εταιρείες.
Εδώ αποκτά ιδιαίτερη σημασία η σχέση Ελλάδας – Ισραήλ.

Ο ισραηλινός παράγοντας
Η Ελλάδα έχει επενδύσει τα τελευταία χρόνια σε μια από τις στενότερες αμυντικές και τεχνολογικές σχέσεις της περιοχής με το Ισραήλ.
Η συνεργασία δεν περιορίζεται πλέον στην εκπαίδευση και στις κοινές στρατιωτικές ασκήσεις.
Περιλαμβάνει:
• αεράμυνα,
• αντι-drone συστήματα,
• ηλεκτρονικό πόλεμο,
• κυβερνοασφάλεια,
• μη επανδρωμένα συστήματα,
• ραντάρ,
• τεχνολογίες επιτήρησης.
Η Αθήνα έχει επίσης προχωρήσει στην ανάπτυξη μιας νέας πολυεπίπεδης αρχιτεκτονικής αεράμυνας με ισραηλινή τεχνολογία, στο πλαίσιο του προγράμματος «Ασπίδα του Αχιλλέα», συνολικού ύψους περίπου 3,5 δισ. ευρώ.
Αυτό δημιουργεί ένα ενδιαφέρον οικονομικό πλεονέκτημα.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να ανταγωνιστεί την Τουρκία στην παραγωγή κάθε είδους στρατιωτικού συστήματος.
Μπορεί να οικοδομήσει ένα τεχνολογικό οικοσύστημα γύρω από την ισραηλινή τεχνογνωσία, την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, τις ελληνικές επιχειρήσεις και τις ανάγκες των χωρών του Περσικού Κόλπου.
Και εδώ ακριβώς μπορεί να συναντηθούν η ελληνική, η ισραηλινή και η σαουδαραβική οικονομία.

Η Σαουδική Αραβία θέλει εισαγωγή τεχνολογίας – όχι μόνο όπλα
Αυτό είναι ίσως το σημείο που πρέπει να αναδειχθεί περισσότερο σε ένα οικονομικό άρθρο.
Το Ριάντ δεν αναζητά απλώς προμηθευτές όπλων.
Αναζητά τεχνολογία, παραγωγή, τεχνογνωσία και επενδύσεις.
Θέλει να δημιουργήσει εγχώρια προστιθέμενη αξία.
Επομένως, η Ελλάδα μπορεί να έχει ενδιαφέρον όχι μόνο επειδή διαθέτει Patriot ή επειδή είναι μέλος του ΝΑΤΟ και της ΕΕ.
Μπορεί να έχει ενδιαφέρον ως: κόμβος τεχνολογίας, logistics, ενέργειας και αμυντικής παραγωγής.
Αυτό θα απαιτούσε όμως η ελληνική αμυντική βιομηχανία να περάσει από το μοντέλο του προμηθευτή στο μοντέλο του συνεργάτη και συμπαραγωγού.

Το μεγάλο οικονομικό χαρτί: η ενέργεια
Υπάρχει όμως ένας ακόμη λόγος για τον οποίο η σχέση Ελλάδας–Σαουδικής Αραβίας έχει στρατηγική αξία.
Η ενέργεια.
Η Σαουδική Αραβία παραμένει ένας από τους σημαντικότερους «παίκτες» στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά.
Η Ελλάδα, από την άλλη, επιχειρεί να αναβαθμίσει τον ρόλο της ως ενεργειακός κόμβος της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Οι δύο στόχοι μπορούν να συναντηθούν.
Ειδικά σε μια περίοδο όπου η Ευρώπη αναζητά διαφοροποίηση των ενεργειακών πηγών και νέες εμπορικές διαδρομές, η Ελλάδα μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα μεταξύ Περσικού Κόλπου και ευρωπαϊκής αγοράς.
Το ίδιο ισχύει για τις μεταφορές και τα logistics.
Η ελληνική ναυτιλία, τα λιμάνια και η γεωγραφική θέση της χώρας προσφέρουν στη Σαουδική Αραβία μια φυσική σύνδεση με την Ευρώπη.
Και αυτή είναι μια σχέση που δύσκολα μπορεί να αντικαταστήσει η Τουρκία, ακριβώς επειδή η Ελλάδα έχει διαφορετική γεωγραφική και θεσμική θέση.

Το Ριάντ θέλει αμφίπλευρη συμμαχία
Εδώ βρίσκεται η ουσία.
Η Σαουδική Αραβία δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται τις σχέσεις της με Αθήνα και Άγκυρα ως ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος.
Για το Ριάντ:
Η Τουρκία είναι στρατιωτική και βιομηχανική δύναμη.
Η Ελλάδα είναι ευρωπαϊκή, ναυτιλιακή και μεσογειακή δύναμη.
Το Ισραήλ είναι τεχνολογική και αμυντική δύναμη.
Οι ΗΠΑ παραμένουν ο σημαντικότερος παραδοσιακός πάροχος ασφάλειας.
Η Σαουδική Αραβία επιχειρεί να συνδέσει όλα αυτά τα δίκτυα χωρίς να εξαρτάται αποκλειστικά από κανένα.
Αυτό είναι το πραγματικό «διπλό παιχνίδι».
Ή, πιο σωστά, η στρατηγική διαφοροποίησης του Ριάντ.
Και το Ισραήλ περιπλέκει ακόμη περισσότερο την εξίσωση
Για την Ελλάδα υπάρχει εδώ μια ιδιαίτερη παράμετρος.
Η Αθήνα έχει επενδύσει στρατηγικά στη σχέση με το Ισραήλ, ενώ το Ριάντ τα τελευταία χρόνια έχει επίσης κινηθεί προς μια περισσότερο πραγματιστική σχέση με το Ισραήλ, παρά τις σοβαρές πολιτικές διαφωνίες που εξακολουθούν να υπάρχουν.
Η Ελλάδα επομένως βρίσκεται σε μια ενδιαφέρουσα θέση.
Μπορεί να αποτελέσει γέφυρα μεταξύ διαφορετικών περιφερειακών οικοσυστημάτων:
Ευρώπη → Ελλάδα → Ισραήλ → Ανατολική Μεσόγειος → Σαουδική Αραβία → Περσικός Κόλπος.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Αθήνα πρέπει να αναλάβει ρόλο «μεσολαβητή» μεταξύ Ριάντ και Ιερουσαλήμ.
Σημαίνει ότι η Ελλάδα διαθέτει ένα πλέγμα σχέσεων που μπορεί να της προσδώσει μεγαλύτερη γεωοικονομική αξία.

Τι πρέπει να κάνει η Αθήνα
Το βασικό λάθος θα ήταν η Ελλάδα να αντιδράσει στη Συμφωνία της Μέκκας προσπαθώντας απλώς να «αντιγράψει» την Τουρκία.
Η Ελλάδα δεν μπορεί – ούτε χρειάζεται – να ανταγωνιστεί την Τουρκία στο μέγεθος των ενόπλων δυνάμεων ή στον όγκο παραγωγής drones.
Πρέπει να αξιοποιήσει τα δικά της συγκριτικά πλεονεκτήματα.
Πέντε τομείς έχουν ιδιαίτερη σημασία:
1. Αμυντική τεχνολογία
Να συνδεθούν ελληνικές εταιρείες με ισραηλινή τεχνολογία και ευρωπαϊκά προγράμματα.
2. Αεράμυνα και anti-drone
Η εμπειρία των Patriot στη Σαουδική Αραβία μπορεί να αποτελέσει σημαντικό κεφάλαιο.
3. Ενέργεια
Να ενισχυθεί η σύνδεση του Κόλπου με την Ελλάδα και την ευρωπαϊκή αγορά.
4. Logistics και ναυτιλία
Να αξιοποιηθεί η ελληνική ναυτιλιακή ισχύς και η θέση της χώρας ως πύλης προς την Ευρώπη.
5. Επενδύσεις
Να διευρυνθεί η παρουσία σαουδαραβικών κεφαλαίων στην Ελλάδα και ταυτόχρονα να δημιουργηθούν ελληνικές επενδύσεις στη Σαουδική Αραβία.
Το καμπανάκι
Η Συμφωνία της Μέκκας δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως ήττα της ελληνικής διπλωματίας.
Αποτελεί, όμως, καμπανάκι.
Η Τουρκία επιχειρεί να μετατρέψει τη στρατιωτική της ισχύ σε οικονομική και τεχνολογική επιρροή.
Η Σαουδική Αραβία επιχειρεί να μετατρέψει τον τεράστιο πλούτο της σε παγκόσμια στρατηγική επιρροή.
Το Ισραήλ μετατρέπει την τεχνολογική του υπεροχή σε εξαγωγική και αμυντική ισχύ.
Και η Ελλάδα πρέπει να αποφασίσει πώς θα αξιοποιήσει τη δική της θέση.
Οι ελληνικοί Patriot στη Σαουδική Αραβία αποτελούν ήδη ένα πολύτιμο κεφάλαιο. Η σχέση με το Ισραήλ δημιουργεί πρόσβαση σε τεχνολογίες αιχμής. Η συμμετοχή στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ προσφέρει θεσμικό βάθος. Η ελληνική ναυτιλία και η γεωγραφική θέση προσθέτουν οικονομική αξία.
Το ζητούμενο είναι να συνδεθούν όλα αυτά σε μια ενιαία στρατηγική.
Γιατί τελικά το παιχνίδι που παίζεται στον Κόλπο δεν αφορά μόνο πυραύλους και πολεμικά πλοία.
Αφορά κεφάλαια, ενέργεια, τεχνολογία, λιμάνια, εφοδιαστικές αλυσίδες και αμυντική βιομηχανία.
Και εκεί η Ελλάδα έχει περισσότερα χαρτιά απ' όσα συνήθως αναγνωρίζει.
Πολυεπίπεδες στρατηγικές σχέσεις
Η Σαουδική Αραβία δεν φαίνεται να εγκαταλείπει την Ελλάδα επειδή υπέγραψε αμυντική συμφωνία με την Τουρκία.
Αντίθετα, το Ριάντ επιχειρεί να δημιουργήσει ένα πολυεπίπεδο δίκτυο στρατηγικών εταίρων, όπου η Τουρκία, η Ελλάδα, το Ισραήλ και το Πακιστάν έχουν διαφορετικούς ρόλους.
Για την Αθήνα, η πρόκληση είναι να μην εγκλωβιστεί στη λογική «Ελλάδα ή Τουρκία».
Το πραγματικό ζητούμενο είναι να καταστήσει τη σχέση της με το Ριάντ τόσο οικονομικά, τεχνολογικά και στρατηγικά χρήσιμη ώστε να παραμένει αναγκαία ανεξάρτητα από το πόσο στενή θα γίνει η σαουδαραβοτουρκική συνεργασία.
Οι Patriot είναι το στρατιωτικό αποτύπωμα αυτής της σχέσης.
Το Ισραήλ είναι το τεχνολογικό της κεφάλαιο.
Η ναυτιλία, η ενέργεια και οι επενδύσεις μπορούν να αποτελέσουν το οικονομικό της υπόβαθρο.
Και αυτό ίσως είναι το πραγματικό πεδίο στο οποίο θα κριθεί το ελληνικό πλεονέκτημα απέναντι στην Τουρκία τα επόμενα χρόνια.
www.bankingnews.gr
Στο πλαίσιο της αποκοπής τους από την ομπρέλα ασφαλείας των ΗΠΑ κτίζει ένα πολυδιάστατο δίκτυο στρατηγικών εταίρων, στο οποίο η Ελλάδα, η Τουρκία και το Ισραήλ έχουν διαφορετικό αλλά συμπληρωματικό ρόλο.
Οι ελληνικοί Patriot στη Σαουδική Αραβία, οι ισραηλινές αμυντικές τεχνολογίες και η τουρκική αμυντική βιομηχανία διαμορφώνουν μια νέα γεωοικονομική εξίσωση.
Η υπογραφή της αμυντικής συμφωνίας Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Πακιστάν στη Μέκκα δεν αποτελεί απλώς μία ακόμη εξέλιξη στο περίπλοκο παζλ ασφαλείας της Μέσης Ανατολής.
Για την Ελλάδα, η συμφωνία έχει μια πολύ ευρύτερη σημασία.
Και αυτό γιατί η Τουρκία εισέρχεται πλέον θεσμικά σε ένα στρατηγικό σχήμα στο οποίο η Σαουδική Αραβία έχει κεντρικό ρόλο, την ώρα που η Αθήνα έχει επενδύσει σημαντικά στη δική της στρατηγική σχέση με το Ριάντ.
Με μια πρώτη ματιά, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι δημιουργείται ένα πρόβλημα για την Ελλάδα.
Στην πραγματικότητα, όμως, η εικόνα είναι πιο σύνθετη - και γι αυτό επικίνδυνη.
Η Σαουδική Αραβία δεν φαίνεται να επιλέγει μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Επιχειρεί να διατηρήσει και τις δύο σχέσεις, επειδή κάθε μία εξυπηρετεί διαφορετικές ανάγκες του βασιλείου στο πλαίσιο της επόμενης ημέρας για τον Περσικό Κόλπο μετά τις γεωπολιτικές εξελίξεις που κινητοποίησε η σύγκρουση των ΗΠΑ με το Ιράν.
Και αυτό ακριβώς είναι που κάνει την εξέλιξη σημαντική για την ελληνική οικονομία και όχι μόνο για την ελληνική άμυνα.
Από τους Patriot στην οικονομική συνεργασία
Η ελληνοσαουδαραβική σχέση διαθέτει ένα σημαντικό πλεονέκτημα έναντι πολλών άλλων διμερών σχέσεων: έχει αποκτήσει πραγματικό επιχειρησιακό περιεχόμενο - η Ελλάδα δηλαδή έχει εμπλακεί de facto στον πόλεμο που διεξάγεται στον Περσικό Κόλπο.
Από το 2021, η Ελλάδα έχει αναπτύξει συστοιχία Patriot στη Σαουδική Αραβία, με Έλληνες στρατιωτικούς, στο πλαίσιο της αμυντικής συνεργασίας των δύο χωρών.
Η αρχική αποστολή είχε ως στόχο την προστασία κρίσιμων εγκαταστάσεων και ενεργειακών υποδομών.
Σήμερα, όμως, η ελληνική παρουσία έχει αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη σημασία.
Το 2026 ελληνικά πληρώματα Patriot συμμετείχαν σε πραγματικές επιχειρήσεις αναχαίτισης πυραυλικών απειλών πάνω από τη Σαουδική Αραβία.
Αυτό μετατρέπει τη στρατιωτική συνεργασία σε κάτι πολύ περισσότερο από μία διπλωματική συμβολική κίνηση.
Η Ελλάδα συμβάλει στην πράξη στην προστασία των σαουδαραβικών ενεργειακών υποδομών.
Και αυτό, για μια χώρα όπως η Σαουδική Αραβία, έχει τεράστια οικονομική σημασία.
Η ασφάλεια των πετρελαϊκών εγκαταστάσεων δεν είναι μόνο ζήτημα εθνικής άμυνας.
Είναι ζήτημα:
• σταθερότητας της παραγωγής πετρελαίου,
• ασφάλειας των εξαγωγών,
• διεθνών τιμών ενέργειας,
• ασφαλίστρων,
• ναυτιλιακών ροών,
• και τελικά παγκόσμιας οικονομικής σταθερότητας.
Έτσι, οι ελληνικοί Patriot αποκτούν μια ιδιαίτερη οικονομική διάσταση:
H Ελλάδα συμμετέχει στην προστασία ενός κρίσιμου κόμβου της παγκόσμιας ενεργειακής οικονομίας, παίρνοντας θέση σε ένα ρευστό γεωπολιτικό τοπίο...
Η προσδοκώμενη επικράτηση του Ιράν... (ό,τι και να λέει ο Trump) φέρνει την Ελλάδα (όπως και στην περίπτωση της Ουκρανίας) στη λάθος πλευρά της ιστορίας.
Η Τουρκία μπαίνει από διαφορετική πόρτα στο παιχνίδι
Η Τουρκία προσφέρει στο Ριάντ ένα διαφορετικό πακέτο.
Η χώρα έχει εξελιχθεί τα τελευταία χρόνια σε σημαντικό παραγωγό και εξαγωγέα αμυντικού εξοπλισμού.
Drones, πυραυλικά συστήματα, ηλεκτρονικά, ναυτικά συστήματα και γενικότερα η τουρκική αμυντική βιομηχανία αποτελούν πλέον σημαντικό μέρος της τουρκικής εξωτερικής οικονομικής πολιτικής.
Αυτό ενδιαφέρει ιδιαίτερα τη Σαουδική Αραβία.
Το Vision 2030 δεν είναι απλώς ένα πρόγραμμα διαφοροποίησης από την εξάρτηση της οικονομίας από το πετρέλαιο.
Είναι μια προσπάθεια να δημιουργηθεί μια εγχώρια βιομηχανική και τεχνολογική βάση.
Ο αμυντικός τομέας αποτελεί βασικό μέρος αυτής της προσπάθειας.
Το Ριάντ θέλει να αυξήσει την εγχώρια παραγωγή αμυντικού εξοπλισμού, να προσελκύσει τεχνολογία και ξένες επενδύσεις και να δημιουργήσει θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης.
Η Τουρκία μπορεί να προσφέρει ακριβώς αυτό.
Άρα η σχέση Σαουδικής Αραβίας–Τουρκίας δεν είναι μόνο στρατιωτική.
Έχει ισχυρή βιομηχανική και επενδυτική διάσταση.
Και αυτό είναι το σημείο στο οποίο η Ελλάδα πρέπει να προσέξει ιδιαίτερα.
Η μάχη μεταφέρεται στην αμυντική βιομηχανία
Για πολλά χρόνια η ελληνοτουρκική αντιπαράθεση αντιμετωπιζόταν κυρίως με όρους γεωγραφίας: Αιγαίο, Ανατολική Μεσόγειος, Κύπρος.
Σήμερα η εικόνα αλλάζει.
Η αντιπαράθεση αφορά όλο και περισσότερο και ποιος παράγει τεχνολογία, ποιος προσελκύει επενδύσεις και ποιος γίνεται κόμβος αμυντικής παραγωγής.
Η Τουρκία έχει κινηθεί επιθετικά στον συγκεκριμένο τομέα με την Ελλάδα να παρακολουθεί αμήχανη τις εξελίξεις.
Η Ελλάδα επιχειρεί τώρα επισπεύδουσα να δημιουργήσει ένα διαφορετικό μοντέλο, αξιοποιώντας τις σχέσεις της με ευρωπαϊκές, αμερικανικές και ισραηλινές εταιρείες.
Εδώ αποκτά ιδιαίτερη σημασία η σχέση Ελλάδας – Ισραήλ.

Ο ισραηλινός παράγοντας
Η Ελλάδα έχει επενδύσει τα τελευταία χρόνια σε μια από τις στενότερες αμυντικές και τεχνολογικές σχέσεις της περιοχής με το Ισραήλ.
Η συνεργασία δεν περιορίζεται πλέον στην εκπαίδευση και στις κοινές στρατιωτικές ασκήσεις.
Περιλαμβάνει:
• αεράμυνα,
• αντι-drone συστήματα,
• ηλεκτρονικό πόλεμο,
• κυβερνοασφάλεια,
• μη επανδρωμένα συστήματα,
• ραντάρ,
• τεχνολογίες επιτήρησης.
Η Αθήνα έχει επίσης προχωρήσει στην ανάπτυξη μιας νέας πολυεπίπεδης αρχιτεκτονικής αεράμυνας με ισραηλινή τεχνολογία, στο πλαίσιο του προγράμματος «Ασπίδα του Αχιλλέα», συνολικού ύψους περίπου 3,5 δισ. ευρώ.
Αυτό δημιουργεί ένα ενδιαφέρον οικονομικό πλεονέκτημα.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να ανταγωνιστεί την Τουρκία στην παραγωγή κάθε είδους στρατιωτικού συστήματος.
Μπορεί να οικοδομήσει ένα τεχνολογικό οικοσύστημα γύρω από την ισραηλινή τεχνογνωσία, την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, τις ελληνικές επιχειρήσεις και τις ανάγκες των χωρών του Περσικού Κόλπου.
Και εδώ ακριβώς μπορεί να συναντηθούν η ελληνική, η ισραηλινή και η σαουδαραβική οικονομία.

Η Σαουδική Αραβία θέλει εισαγωγή τεχνολογίας – όχι μόνο όπλα
Αυτό είναι ίσως το σημείο που πρέπει να αναδειχθεί περισσότερο σε ένα οικονομικό άρθρο.
Το Ριάντ δεν αναζητά απλώς προμηθευτές όπλων.
Αναζητά τεχνολογία, παραγωγή, τεχνογνωσία και επενδύσεις.
Θέλει να δημιουργήσει εγχώρια προστιθέμενη αξία.
Επομένως, η Ελλάδα μπορεί να έχει ενδιαφέρον όχι μόνο επειδή διαθέτει Patriot ή επειδή είναι μέλος του ΝΑΤΟ και της ΕΕ.
Μπορεί να έχει ενδιαφέρον ως: κόμβος τεχνολογίας, logistics, ενέργειας και αμυντικής παραγωγής.
Αυτό θα απαιτούσε όμως η ελληνική αμυντική βιομηχανία να περάσει από το μοντέλο του προμηθευτή στο μοντέλο του συνεργάτη και συμπαραγωγού.

Το μεγάλο οικονομικό χαρτί: η ενέργεια
Υπάρχει όμως ένας ακόμη λόγος για τον οποίο η σχέση Ελλάδας–Σαουδικής Αραβίας έχει στρατηγική αξία.
Η ενέργεια.
Η Σαουδική Αραβία παραμένει ένας από τους σημαντικότερους «παίκτες» στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά.
Η Ελλάδα, από την άλλη, επιχειρεί να αναβαθμίσει τον ρόλο της ως ενεργειακός κόμβος της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Οι δύο στόχοι μπορούν να συναντηθούν.
Ειδικά σε μια περίοδο όπου η Ευρώπη αναζητά διαφοροποίηση των ενεργειακών πηγών και νέες εμπορικές διαδρομές, η Ελλάδα μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα μεταξύ Περσικού Κόλπου και ευρωπαϊκής αγοράς.
Το ίδιο ισχύει για τις μεταφορές και τα logistics.
Η ελληνική ναυτιλία, τα λιμάνια και η γεωγραφική θέση της χώρας προσφέρουν στη Σαουδική Αραβία μια φυσική σύνδεση με την Ευρώπη.
Και αυτή είναι μια σχέση που δύσκολα μπορεί να αντικαταστήσει η Τουρκία, ακριβώς επειδή η Ελλάδα έχει διαφορετική γεωγραφική και θεσμική θέση.

Το Ριάντ θέλει αμφίπλευρη συμμαχία
Εδώ βρίσκεται η ουσία.
Η Σαουδική Αραβία δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται τις σχέσεις της με Αθήνα και Άγκυρα ως ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος.
Για το Ριάντ:
Η Τουρκία είναι στρατιωτική και βιομηχανική δύναμη.
Η Ελλάδα είναι ευρωπαϊκή, ναυτιλιακή και μεσογειακή δύναμη.
Το Ισραήλ είναι τεχνολογική και αμυντική δύναμη.
Οι ΗΠΑ παραμένουν ο σημαντικότερος παραδοσιακός πάροχος ασφάλειας.
Η Σαουδική Αραβία επιχειρεί να συνδέσει όλα αυτά τα δίκτυα χωρίς να εξαρτάται αποκλειστικά από κανένα.
Αυτό είναι το πραγματικό «διπλό παιχνίδι».
Ή, πιο σωστά, η στρατηγική διαφοροποίησης του Ριάντ.
Και το Ισραήλ περιπλέκει ακόμη περισσότερο την εξίσωση
Για την Ελλάδα υπάρχει εδώ μια ιδιαίτερη παράμετρος.
Η Αθήνα έχει επενδύσει στρατηγικά στη σχέση με το Ισραήλ, ενώ το Ριάντ τα τελευταία χρόνια έχει επίσης κινηθεί προς μια περισσότερο πραγματιστική σχέση με το Ισραήλ, παρά τις σοβαρές πολιτικές διαφωνίες που εξακολουθούν να υπάρχουν.
Η Ελλάδα επομένως βρίσκεται σε μια ενδιαφέρουσα θέση.
Μπορεί να αποτελέσει γέφυρα μεταξύ διαφορετικών περιφερειακών οικοσυστημάτων:
Ευρώπη → Ελλάδα → Ισραήλ → Ανατολική Μεσόγειος → Σαουδική Αραβία → Περσικός Κόλπος.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Αθήνα πρέπει να αναλάβει ρόλο «μεσολαβητή» μεταξύ Ριάντ και Ιερουσαλήμ.
Σημαίνει ότι η Ελλάδα διαθέτει ένα πλέγμα σχέσεων που μπορεί να της προσδώσει μεγαλύτερη γεωοικονομική αξία.

Τι πρέπει να κάνει η Αθήνα
Το βασικό λάθος θα ήταν η Ελλάδα να αντιδράσει στη Συμφωνία της Μέκκας προσπαθώντας απλώς να «αντιγράψει» την Τουρκία.
Η Ελλάδα δεν μπορεί – ούτε χρειάζεται – να ανταγωνιστεί την Τουρκία στο μέγεθος των ενόπλων δυνάμεων ή στον όγκο παραγωγής drones.
Πρέπει να αξιοποιήσει τα δικά της συγκριτικά πλεονεκτήματα.
Πέντε τομείς έχουν ιδιαίτερη σημασία:
1. Αμυντική τεχνολογία
Να συνδεθούν ελληνικές εταιρείες με ισραηλινή τεχνολογία και ευρωπαϊκά προγράμματα.
2. Αεράμυνα και anti-drone
Η εμπειρία των Patriot στη Σαουδική Αραβία μπορεί να αποτελέσει σημαντικό κεφάλαιο.
3. Ενέργεια
Να ενισχυθεί η σύνδεση του Κόλπου με την Ελλάδα και την ευρωπαϊκή αγορά.
4. Logistics και ναυτιλία
Να αξιοποιηθεί η ελληνική ναυτιλιακή ισχύς και η θέση της χώρας ως πύλης προς την Ευρώπη.
5. Επενδύσεις
Να διευρυνθεί η παρουσία σαουδαραβικών κεφαλαίων στην Ελλάδα και ταυτόχρονα να δημιουργηθούν ελληνικές επενδύσεις στη Σαουδική Αραβία.
Το καμπανάκι
Η Συμφωνία της Μέκκας δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως ήττα της ελληνικής διπλωματίας.
Αποτελεί, όμως, καμπανάκι.
Η Τουρκία επιχειρεί να μετατρέψει τη στρατιωτική της ισχύ σε οικονομική και τεχνολογική επιρροή.
Η Σαουδική Αραβία επιχειρεί να μετατρέψει τον τεράστιο πλούτο της σε παγκόσμια στρατηγική επιρροή.
Το Ισραήλ μετατρέπει την τεχνολογική του υπεροχή σε εξαγωγική και αμυντική ισχύ.
Και η Ελλάδα πρέπει να αποφασίσει πώς θα αξιοποιήσει τη δική της θέση.
Οι ελληνικοί Patriot στη Σαουδική Αραβία αποτελούν ήδη ένα πολύτιμο κεφάλαιο. Η σχέση με το Ισραήλ δημιουργεί πρόσβαση σε τεχνολογίες αιχμής. Η συμμετοχή στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ προσφέρει θεσμικό βάθος. Η ελληνική ναυτιλία και η γεωγραφική θέση προσθέτουν οικονομική αξία.
Το ζητούμενο είναι να συνδεθούν όλα αυτά σε μια ενιαία στρατηγική.
Γιατί τελικά το παιχνίδι που παίζεται στον Κόλπο δεν αφορά μόνο πυραύλους και πολεμικά πλοία.
Αφορά κεφάλαια, ενέργεια, τεχνολογία, λιμάνια, εφοδιαστικές αλυσίδες και αμυντική βιομηχανία.
Και εκεί η Ελλάδα έχει περισσότερα χαρτιά απ' όσα συνήθως αναγνωρίζει.
Πολυεπίπεδες στρατηγικές σχέσεις
Η Σαουδική Αραβία δεν φαίνεται να εγκαταλείπει την Ελλάδα επειδή υπέγραψε αμυντική συμφωνία με την Τουρκία.
Αντίθετα, το Ριάντ επιχειρεί να δημιουργήσει ένα πολυεπίπεδο δίκτυο στρατηγικών εταίρων, όπου η Τουρκία, η Ελλάδα, το Ισραήλ και το Πακιστάν έχουν διαφορετικούς ρόλους.
Για την Αθήνα, η πρόκληση είναι να μην εγκλωβιστεί στη λογική «Ελλάδα ή Τουρκία».
Το πραγματικό ζητούμενο είναι να καταστήσει τη σχέση της με το Ριάντ τόσο οικονομικά, τεχνολογικά και στρατηγικά χρήσιμη ώστε να παραμένει αναγκαία ανεξάρτητα από το πόσο στενή θα γίνει η σαουδαραβοτουρκική συνεργασία.
Οι Patriot είναι το στρατιωτικό αποτύπωμα αυτής της σχέσης.
Το Ισραήλ είναι το τεχνολογικό της κεφάλαιο.
Η ναυτιλία, η ενέργεια και οι επενδύσεις μπορούν να αποτελέσουν το οικονομικό της υπόβαθρο.
Και αυτό ίσως είναι το πραγματικό πεδίο στο οποίο θα κριθεί το ελληνικό πλεονέκτημα απέναντι στην Τουρκία τα επόμενα χρόνια.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών